ΆΡΘΡΟ-ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΕΦΡΑΙΜ «ΧΑΤΖΗ ΠΑΤΕΡΑ» ΤΩΝ ΛΙΜΝΩΝ

Απρίλιος 14th, 2021 Posted by Άρθρα 0 thoughts on “ΆΡΘΡΟ-ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΕΦΡΑΙΜ «ΧΑΤΖΗ ΠΑΤΕΡΑ» ΤΩΝ ΛΙΜΝΩΝ”

 

ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΛΑΚΩΝΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΤΩΝ ΛΙΜΝΩΝ, Ο ΕΠΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΣ «ΧΑΤΖΗΣ ΠΑΤΕΡΑΣ» (1836 – 1909) Πρωτότυπη ιστορική προσέγγιση

 

 

 

Από το έργο του Γιωργή Κυριάκου Κοκολάκη «Ο Χατζή Πατέρας» ο πρόλογος του συγγραφέα και ερανισμός χωρίων ενδεικτικών της αγιότητας του θαυμαστού Γέροντος Εφραίμ των Λιμνών, του επονομαζομένου «Χατζή Πατέρα»

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

«Αυτά που έγραψα, για τον βίο του Χατζή Πατέρα, είναι συλλογή από τις αναμνήσεις των Λιμνιωτών που τον ενθυμούνται, όταν εζούσε. Τις εμάζεψε και μου τις έστειλε ο Μανώλης ο Κατσούλης. Έχει υπηρετήσει το χωριό, σαν Κοινοτάρχης. Και ήξερε τα πρόσωπα· για να αποτανθεί.

Εγώ σαν ταπεινός δούλος του Θεού, έβαλα την τέχνη. Να προσαρμόσω τη ζωή του. Με το γύρω του περιβάλλον.

Η συγκίνησή μου όταν έγραφα αυτό το πόνημα, ήταν μεγάλη. Γιατί έζησα τα χρόνια που θέλει ο άνθρωπος, ν’ αποκτήσει τις γνώσεις που του χρειάζεται, για να ολοκληρώσει τον προορισμό του, στη πρόσκαιρη ζωή. Στο μεγαλείο της ανθρωπιάς που είχε περιαγάγει ο άγιος του Θεού τις Λίμνες· σε συνεργασία με την Αγία Μαρίνα: την πνευματική του μητέρα. Γεννήθηκα τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του.

Ο Χατζή Πατέρας είχε την χάρη από τις Ουράνιες Δυνάμεις. Να κάνει και θάματα. Γι’ αυτό έχουνε χρέος κείνοι που ασχολούνται με τα θρησκευτικά ζητήματα, να τον ανακηρύξουν άγιο. Με το καλογερικό του όνομα: Εφραίμ. Θα είναι η αναγνώριση, για τις υπηρεσίες που επρόσφερε στους πάσχοντες. Τα δραματικά χρόνια της Τουρκοκρατίας. «Άγιοι ονομάζονταν ακόμη πρόσωπα, με εξαιρετική πνευματική δύναμη, με αρετές και πνευματικό βίο». Κατά τα καθιερωμένα».

 

 

 

Παραθέτουμε, στην συνέχεια, ένα απόσπασμα από το ως άνω μνημειώδες έργο που ο ίδιος ο συγγραφέας εξέδωσε στην Αθήνα το έτος 1986 για τον Εφραίμ «Χατζή Πατέρα» των Λιμνών, το οποίο αφ’ ενός αφορά σε επιστολή που απεστάλη στον Γέροντα από τα Ιεροσόλυμα εκ μέρους ενός μετανοηθέντος, πιστού πλέον, πρώην ληστή και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της μεγάλης εκτίμησης και υπόληψης που έχαιρε ο Γέροντας στην Κρήτη και ευρύτερα, αλλά κυρίως και της τεράστιας πνευματικής του επιρροής και εμβέλειας στο Χριστεπώνυμο πλήρωμα, αφ’ ετέρου δε κάνει λόγο για τα τελευταία έτη της επίγειας ζωής του Γέροντος:

«Ο Χατζή Πατέρας κινάει στο χωριό του. Τον ανάμενε επιστολή από τα Ιεροσόλυμα. Την ανοίγει και διάβαζε.

«Αγαπητέ Χατζή Πατέρα, υγιαίνομεν, υγείαν ποθούμεν και διά την ιεροσύνην σας. Ο ζωέμπορος μου βρήκε μία ωραία κοπέλα, Χριστιανή, από τα Ιεροσόλυμα και με στεφάνωσε. Έχω και γιο και μου μοιάζει. Τον έβγαλα Εφραίμ, να τιμήσω τον σωτήρα μου. Ο Θεός να σ’ έχει καλά, να κάνεις καλές πράξεις. Έγινα και Χατζής, δίπλα ο Ιορδάνης Ποταμός, με τόσα αγιάσματα: Οι Χριστιανοί, σκέφτηκα, έρχονται από την Αφρική και γίνονται Χατζήδες, κι’ εγώ που έχω δίπλα μου τον Ιορδάνη ποταμό, θ’ αφήσω την ευκαιρία να μου φύγει. Είναι κατάμαυροι σαν το κατράμι οι κακομοίρηδες, ασχημάνθρωποι και τους λυπάμαι. Μα είναι καλοί Χριστιανοί. Και θρέφω μαζί τους συμπάθεια. Όσο για τις αμαρτίες που έχω καμωμένες, τις έχω αποξεχάσει. «Εγώ ήμουν ληστής;», ρωτάω μια μέρα τον εαυτό μου. – «Ποιος σου το είπε;». Μου απαντάει. «Εσύ είσαι από γεννητώντας καλός Χριστιανός». Τι δεν κάνει, αγαπητέ μου Χατζή Πατέρα, το Άγιο Πνεύμα. Ας είσαι καλά. Κι η Αγία Τριάδα, να κυβερνάει το πνεύμα σου.

Έχετε χαιρετισμούς από το συνεταίρο μου.

Σε ασπάζομαι.

Ελπιδοφόρος Ελληνορώσος. Χριστιανός Ορθόδοξος»

Ακολούθως, ο συγγραφέας εξιστορεί τα τελευταία έτη της επίγειας ζωής του Γέροντα Εφραίμ «Χατζη-πατέρα» των Λιμνών ως εξής:

«Τέλεψεν η ανακαίνιση του Άη Γιάννη του Προδρόμου· γίνηκε Νεκροταφείο. Από τις τρεις εικόνες του τέμπλου οι δυό, του Χριστού και της Παναγίας: ένθρονες. Είναι δωρεά του Χατζή Πατέρα. Έχει και γραφτή αφιέρωση: «Πρέσβευε Δέσποινα, υπέρ του Δούλου σου Εφραίμ ιερομονάχου». Και: «Μνήσθητι Κύριε του δούλου σου Εφραίμ, ιερομονάχου».

Πέρασαν τρία-τέσσερα χρόνια, εξακολουθούσεν ο Χατζή Πατέρας την ιεροσύνη του· έκανε και διαβαστικά. Προχωρημένος τώρα στα χρόνια άρχισε να κουράζεται, είχεν κι’ αδυνατίσει με τις νηστείες και τις προσευχές. Μια  μέρα παρουσιάζεται στον Δεσπότη.

-Μου αναθέσατε Θεοφιλέστατε την ενορία της Παναγίας της Ευαγγελίστριας στο χωριό μου, μέχρι να λευτερωθεί η Κρήτη. Τώρα είναι λευτερωμένη τόσα χρόνια. Ανοίξαν και τα σκολειά, και υπάρχουν γραμματισμένοι που θέλουν να γίνουν παπάδες. Εγώ εγέρασα και έχω ανάγκη, να πάω σε κάποιο μοναστήρι· ν’ αποτελέψω τις ημέρες που μου έχει γραμμένες ο Θεός.

-Πού να βρεθούν παπάδες σαν τον Χατζή Πατέρα, διανοούνταν ο Δεσπότης, έχει κάνει το χωριό του άγιο τόπο. Συγχώρεσε, σαν τον Χριστό και τους σταυρωτές του· είχε μάθει πήγαν και ζήτησαν συγχώρηση από τον πατέρα του, την ώρα που ψυχομαχούσε. Ήταν κι ο ίδιος εκεί· τους έδωκε και κείνος, τη συγχώρεσή του.

Είδε το Δεσπότη, ο Χατζή Πατέρας απορροφημένο από τις σκέψεις του. Στρέφεται:

-Δε γίνεται αλλιώς Θεοφιλέστατε, πρέπει να παραδώσω αυτές τις ημέρες την ενορία. Δεν αισθάνομαι καλά και θέλω να ξεκουραστώ. Είχεν αρχίσει να ρέβει.

-Αφού επιμένετε, δεν μπορώ να σας αξιώσω να μείνετε. Παραδώστε το κλειδί της Παναγίας στον Πρωτόπαπα. Θα φροντίσω να κάνω άλλο εφημέριο. Σας ευχαριστώ πολύ για τις πολύτιμες υπηρεσίες που προσφέρατε στην Εκκλησία. Καλά τέλη της ζωής σας· ειρηνικά και αναμάρτητα.

-Το χρέος μου έκανα Θεοφιλέστατε. Σας ευχαριστώ κι’ εγώ για την αγάπη και την εκτίμηση που με περιβάλλετε.

Είπεν ο Χατζή Πατέρας, πήρε το παχουλό χέρι του Δεσπότη και το φίλησε. Κίνησε κατόπι για το χωριό του ικανοποιημένος που μπόρεσε, να προσφέρει και κείνος, κάτι στους πάσχοντες.

Πέρασε λίγος καιρός, κι’ άρχισε να συνέρχεται ο Χατζή Πατέρας. Εκατέβαινε τώρα και λειτουργούσε, στις Εκκλησούλες του Αγίου Νικολάου· καλεσμένος από τους Χριστιανούς. Μπασμένος ο χρόνος το 1903, κτίζει στο ένα από τα δυο νησάκια του Αγίου Νικολάου, εκκλησούλα στους Αγίους Πάντες· πάνω στα ερείπια μιας Εκκλησίας, είχαν κτίσει οι Φράγκοι μοναχοί. Είναι μονόχορος βασιλική, οξυκόρυφος· με σφεντόνι. Οι εικόνες του τέμπλου (Χριστός ένθρονος, Θεοτόκος Βρεφοκρατούσα, Άγιοι Πάντες), είναι λαϊκής τέχνης.

Έκτισε και μικρά κελιά γύρω από την Εκκλησούλα. Μήπως μπορέσει, αν έχει χρόνια και υγεία, να πραγματοποιήσει τ΄ όνειρό του. Να κάνει μοναστήρι εφάμιλο του Σινά. Στο μέρος που έκανεν ο Θεός τον Παράδεισο. Κι’ έβαλεν τους Πρωτοπλάστους.

Τότε το νησάκι αυτό ελεγόταν «Άγιοι Πάντες». Πήρε το όνομα, από την εκκλησούλα που έκτισεν ο Χατζή Πατέρας. Το άλλο νησάκι, το διπλανό του, λεγόταν Φανάρι. Και τα δύο νησάκια, ακούγονται τώρα: νησιά του Αγίου Νικολάου.

Τη γιορτή των Αγίων Πάντων, προσέρχονται οι Αγιονικολιώτες να λειτουργηθούν. Γίνεται πανηγύρι κι’ απολαβαίνουν οι Χριστιανοί τη μαγεία του τόπου, που θα ήταν ο Παράδεισος. Εκτελούνε και τα θρησκευτικά τους καθήκοντα στους Άγιους Πάντες.

Στα κελιά αυτά ασκήτευε ο Χατζή Πατέρας, ως το 1909 που αποδήμησεν εις Κύριον, με εξομολόγηση και Θεία Μετάληψη. Αξιώθη να δει την Κρήτη ελεύθερη. Και το μεγάλο πολιτικό της νεώτερης Ελλάδας: τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Να τον καλούνε στην Αθήνα· ν’ αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας. Τρώγανε και τότε την Ελλάδα οι εμφύλιοι σπαραγμοί, που της φέρνουν πάντα την κακοδαιμονία και την πτώση.

Δεν αξιώθηκεν όμως να δει την ένωση της Κρήτης με την μητέρα Ελλάδα. Κι έφυγε στον άλλον κόσμο μ’ αυτόν τον καϋμό.

Στο τέλος της ζωής του έτρωγεν ελίτσες και ψωμάκι. Βρέθηκεν ο οργανισμός του αδύνατος και τον ρίχνει κάτω η γρίπη. Δεν είχε και ποιος να τον φροντίσει. Πάνω στις οκτώ ημέρες από την αρρώστεια του εγκατέλειψε τα εγκόσμια. Αν άντεχεν ο οργανισμός του, να περάσει η ενάτη ημέρα, θα γλίτωνε. Η γρίπη, όταν περάσει το στάδιό της, τις εννιά μέρες, μετά εκφυλίζεται. Τώρα με τα αντιβιοτικά έχει γίνει ακίνδυνη.

Την ημέρα του θανάτου του έβρεχεν αδιάκοπα από το πρωί, ως το βράδυ. Τον επήγαν στην Παναγία την Ευαγγελίστρια στο χωριό του και τον εξενύχτησαν. Την άλλη μέρα καλοσύνεψεν ο καιρός, ο Ήλιος στέγνωσε την υγρασία και τον εκηδέψαν. Την εκφορά του παρακολουθούσε σύσσωμο το χωριό. Ήρθαν και ξένοι από τα χωριά, που εμάθανε τον θάνατό του. Ο Επίσκοπος Πέτρας του έβγαλε επικήδειο.

Η ταφή του έγινε δεξιά, ως μπαίνουμε μέσα, από την παλιά πτέρυγα του Νεκροταφείου, στον Άη Γιάννη στις Πλακούρες. Από τον τάφο του παίρνανε χώμα· το καπνίζονταν οι άρρωστοι και γίνονταν καλά. Κι είχαν πάρει όλο το χώμα· από του κεφαλιού του την μεριά.

Βλάστησε και λουλούδι στο πέτρινο μνήμα του. Όταν ανοίξαν τον τάφο του. Πήρε ένα του δόντι η Σοφία του Γιανναροδημήτρη. Και το φυλάει. Σαν άγιο λείψανο.

Αυτός ήταν ο θαυματουργός Χατζή Πατέρας. Χρέος της Εκκλησίας είναι να τον κατατάξει με τους Αγίους».

Παρουσίαση-φιλολογική επιμέλεια

Ευάγγελος Ζυγούρας, κλασικός φιλόλογος, επιστημονικός συνεργάτης Ε.Δ.Ι.Ε.Γ.Ο.Θ.Π.